Λυτρωτής


Λυτρωτής
Λυτρωτής ο
Спаситель человечества, Господь Иисус Христос:

ο Λυτρωτής του κόσμου — Спаситель мира, Искупитель, Избавитель, Господь Иисус Христос

Этим.
< дргр. λυτρόω «освобождать, отпускать, избавлять, выкупать, искуплять»

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "Λυτρωτής" в других словарях:

  • λυτρωτής — ransomer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυτρωτής — ο (AM λυτρωτής) [λυτρώνω] 1. αυτός που απαλλάσσει από κάτι, ελευθερωτής, σωτήρας 2. φρ. «ο λυτρωτής τού κόσμου» ή, απλώς, «ο Λυτρωτής» ο Ιησούς Χριστός …   Dictionary of Greek

  • λυτρωτής — ο ο ελευθερωτής, ο σωτήρας: Ο Χριστός είναι ο λυτρωτής της ψυχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λυτρωτής — [литротис] ουσ. а. освободитель, избавитель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λυτρωταί — λυτρωτής ransomer masc nom/voc pl λυτρωτός redeemable fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυτρωτοῦ — λυτρωτής ransomer masc gen sg λυτρωτός redeemable masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυτρωτῇ — λυτρωτής ransomer masc dat sg (attic epic ionic) λυτρωτός redeemable fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυτρωτήν — λυτρωτής ransomer masc acc sg (attic epic ionic) λυτρωτός redeemable fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυτρωτά — λυτρωτά̱ , λυτρωτής ransomer masc nom/voc/acc dual λυτρωτής ransomer masc voc sg λυτρωτής ransomer masc nom sg (epic) λυτρωτός redeemable neut nom/voc/acc pl λυτρωτά̱ , λυτρωτός redeemable fem nom/voc/acc dual λυτρωτά̱ , λυτρωτός redeemable fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιάνας — Αρχαία ελληνική σύνθεση, η οποία καταγόταν από ένα αρχικό ιερό τραγούδι προς τον Παιήονα Απόλλωνα (θεραπευτή). Ο π. κατόπιν χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για την αποτροπή ασθενειών, αλλά και για να υμνήσει τη νικηφόρα έκβαση ενός πολέμου, σύμφωνα με… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.